Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έλικα

/ˈe.li.ka/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γεωμετρίαη γραμμή που γράφεται πάνω σε κύλινδρο που γυρίζει και (κατ’ επέκταση) οτιδήποτε μοιάζει μ' αυτή Βικιλεξικό
  2. αρχιτεκτονικήαπόληξη κιονόκρανου παρόμοιου σχήματος Βικιλεξικό
  3. ιατρικήελικοειδής εξοχή στον εγκέφαλο Βικιλεξικό
  4. βοτανικήόργανο των φυτών που τα βοηθάει στην αναρρίχηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έλικα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἕλιξ από την αιτιατική ενικού «τὴν ἕλικα» :* για τη γεωμτερία < η σημασία, στην ελληνιστική κοινή :* για τον έλικα σκάφους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική hélice < λατινική helix < αρχαία ελληνική ἕλιξ → και δείτε το αρσενικό έλικας

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →