έλικα
•
- γεωμετρίαη γραμμή που γράφεται πάνω σε κύλινδρο που γυρίζει και (κατ’ επέκταση) οτιδήποτε μοιάζει μ' αυτή Βικιλεξικό
- αρχιτεκτονικήαπόληξη κιονόκρανου παρόμοιου σχήματος Βικιλεξικό
- ιατρικήελικοειδής εξοχή στον εγκέφαλο Βικιλεξικό
- βοτανικήόργανο των φυτών που τα βοηθάει στην αναρρίχηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έλικα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἕλιξ από την αιτιατική ενικού «τὴν ἕλικα» :* για τη γεωμτερία < η σημασία, στην ελληνιστική κοινή :* για τον έλικα σκάφους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική hélice < λατινική helix < αρχαία ελληνική ἕλιξ → και δείτε το αρσενικό έλικας
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →