έλλαμψη
•
- κυριολεκτικάλάμψη, φωτισμός, Βικιλεξικό
- μεταφορικάψυχική λάμψη και φωτισμός από θεϊκή δύναμη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έλλαμψη < ελληνιστική κοινή ἔλλαμψις < αρχαία ελληνική ἐλλάμπω < ἐν- + λάμπω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έλλαμψη | ελλάμψεις |
| Γενική | έλλαμψης | ελλάμψεων |
| Αιτιατική | έλλαμψη | ελλάμψεις |
| Κλητική | έλλαμψη | ελλάμψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →