Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έμβιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει ζωή, που ζει, που υπάρχει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έμβιος < (ελληνιστική κοινή) < ἐν + αρχαία ελληνική βίος, μορφολογικά αναλύεται έμ- + -βιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέμβιοςέμβιαέμβιο
Γενικήέμβιουέμβιαςέμβιου
Αιτιατικήέμβιοέμβιαέμβιο
Κλητικήέμβιεέμβιαέμβιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέμβιοιέμβιεςέμβια
Γενικήέμβιωνέμβιωνέμβιων
Αιτιατικήέμβιουςέμβιεςέμβια
Κλητικήέμβιοιέμβιεςέμβια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →