Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έμμισθος

/ˈe.mi.sθos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αμείβεται με μισθό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έμμισθος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔμμισθος < ἐν (έμ-) + μισθός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *misdʰós < *mey (αλλάσσω, ανταλλάσσω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέμμισθοςέμμισθηέμμισθο
Γενικήέμμισθουέμμισθηςέμμισθου
Αιτιατικήέμμισθοέμμισθηέμμισθο
Κλητικήέμμισθεέμμισθηέμμισθο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέμμισθοιέμμισθεςέμμισθα
Γενικήέμμισθωνέμμισθωνέμμισθων
Αιτιατικήέμμισθουςέμμισθεςέμμισθα
Κλητικήέμμισθοιέμμισθεςέμμισθα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →