έμμισθος
•
- που αμείβεται με μισθό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έμμισθος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔμμισθος < ἐν (έμ-) + μισθός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *misdʰós < *mey (αλλάσσω, ανταλλάσσω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έμμισθος | έμμισθη | έμμισθο |
| Γενική | έμμισθου | έμμισθης | έμμισθου |
| Αιτιατική | έμμισθο | έμμισθη | έμμισθο |
| Κλητική | έμμισθε | έμμισθη | έμμισθο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έμμισθοι | έμμισθες | έμμισθα |
| Γενική | έμμισθων | έμμισθων | έμμισθων |
| Αιτιατική | έμμισθους | έμμισθες | έμμισθα |
| Κλητική | έμμισθοι | έμμισθες | έμμισθα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →