Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έμμορφος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που έχει μορφοποιηθεί, που έχει σχήμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έμμορφος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔμμορφος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέμμορφοςέμμορφηέμμορφο
Γενικήέμμορφουέμμορφηςέμμορφου
Αιτιατικήέμμορφοέμμορφηέμμορφο
Κλητικήέμμορφεέμμορφηέμμορφο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέμμορφοιέμμορφεςέμμορφα
Γενικήέμμορφωνέμμορφωνέμμορφων
Αιτιατικήέμμορφουςέμμορφεςέμμορφα
Κλητικήέμμορφοιέμμορφεςέμμορφα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →