Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έμνοστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νόστιμος, ηδύς, τερπνός Βικιλεξικό
    • Κι ως πια να μπει στην πόλη εκόντευε την έμνοστη (Ομήρου Οδύσσεια -η-, μετάφραση Καζαντζάκη-Κακριδή)
    • Να' τη η χωριατοπούλα, η κοκκώνα, η έμνοστη, πάει τη στάμνα να γιομίση απ' τη δροσοπηγή. (Ναπολέων Λαπαθιώτης, Περιοδικό Νουμάς, Τεύχος 536, 1914, σελ. 243 https://kosmopolis.library.upatras.gr/index.php/noumas/issue/view/5982)

Ετυμολογία

έμνοστος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἔμνοστος, άλλη μορφή του εὔνοστος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέμνοστοςέμνοστηέμνοστο
Γενικήέμνοστουέμνοστηςέμνοστου
Αιτιατικήέμνοστοέμνοστηέμνοστο
Κλητικήέμνοστεέμνοστηέμνοστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέμνοστοιέμνοστεςέμνοστα
Γενικήέμνοστωνέμνοστωνέμνοστων
Αιτιατικήέμνοστουςέμνοστεςέμνοστα
Κλητικήέμνοστοιέμνοστεςέμνοστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →