έμο
•
- ουδέτεροπαρακλάδι της πανκ–ροκ που δίνει έμφαση στη συναισθηματική έκφραση, συχνά με προσωπικούς ή εσωστρεφείς στίχους και πιο «ευαίσθητο» ύφος σε σχέση με το κλασικό πανκ Βικιλεξικό
- αρσενικό ή θηλυκόνεανική ταυτότητα που συνδέεται με συγκεκριμένη αισθητική (σκούρα ρούχα, χαρακτηριστικό χτένισμα κ.λπ.) και με στάση ζωής που προβάλλει την έντονη συναισθηματικότητα και τη μελαγχολία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έμο < αγγλική emo < emotional
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →