Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έμο

ουσιαστικό
•
  1. ουδέτεροπαρακλάδι της πανκ–ροκ που δίνει έμφαση στη συναισθηματική έκφραση, συχνά με προσωπικούς ή εσωστρεφείς στίχους και πιο «ευαίσθητο» ύφος σε σχέση με το κλασικό πανκ Βικιλεξικό
  2. αρσενικό ή θηλυκόνεανική ταυτότητα που συνδέεται με συγκεκριμένη αισθητική (σκούρα ρούχα, χαρακτηριστικό χτένισμα κ.λπ.) και με στάση ζωής που προβάλλει την έντονη συναισθηματικότητα και τη μελαγχολία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έμο < αγγλική emo < emotional

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

έμο

επίθετο
•
  1. που εκφράζει υπερτονισμένα ή εμφανώς συναισθηματικό περιεχόμενο, ιδίως με διάθεση εσωστρέφειας ή δραματικότητας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έμο < αγγλική emo < emotional

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →