Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έμπα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το σημείο του χώρου από το οποίο μπορεί κάποιος να μπει κάπου μέσα Βικιλεξικό
    • στο έμπα του σπιτιού
    • Αυτοί που γλύτωσαν ήταν οι Λιφιεράκηδες. Τζερεμέδες και παραβατικοί, μαθημένοι να δυσπιστούν. Έβαλαν τσιλιαδόρο στο έμπα του χωριού, που όταν είδε τα σκούρα έτρεξε και τους ειδοποίησε. Και σκορπίστηκαν οι μπαγάσηδες χωρίς να ειδοποιήσουν κανέναν, ούτε τους οργανοπαίκτες, που οι Γερμανοί φεύγοντας τους πήραν μαζί τους ομήρους στη Βιάννο. (Δημήτρης Στεφανάκης, Μινώταυρος, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)
  2. η χρονική στιγμή που μπαίνει κάποιος μέσα Βικιλεξικό
  3. η αρχή Βικιλεξικό
    • με το έμπα του καινούριου χρόνου

Ετυμολογία

έμπα < προστακτική του ρήματος μπαίνω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →