Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έμπειρος

/ˈem.bi.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει εμπειρία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έμπειρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔμπειρος < ἐν + πεῖρα. Συγχρονικά αναλύεται σε έμ- + πείρ(α) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέμπειροςέμπειρηέμπειρο
Γενικήέμπειρουέμπειρηςέμπειρου
Αιτιατικήέμπειροέμπειρηέμπειρο
Κλητικήέμπειρεέμπειρηέμπειρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέμπειροιέμπειρεςέμπειρα
Γενικήέμπειρωνέμπειρωνέμπειρων
Αιτιατικήέμπειρουςέμπειρεςέμπειρα
Κλητικήέμπειροιέμπειρεςέμπειρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →