Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έμπηξη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σπάνιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εμπήγω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έμπηξη < ελληνιστική κοινή ἔμπηξις < αρχαία ελληνική ἐμπήγνυμι < πήγνυμι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήέμπηξηεμπήξεις
Γενικήέμπηξηςεμπήξεων
Αιτιατικήέμπηξηεμπήξεις
Κλητικήέμπηξηεμπήξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →