Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έμπιστος

/ˈem.bi.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τον εμπιστευόμαστε Βικιλεξικό
    • «Πολλοπαιδούσα» ή «καλογαλούσα», ήταν η γυναίκα που αποκτούσε πολλά και υγιή παιδιά και «ντερμπεντέρισσα» η ανέμελη. «Μερακλού» και «κεφλού», ήταν η εύθυμη γυναίκα και «μπεσαλού» η έμπιστη. (Το λεξιλόγιο των Μικρασιατών για τις γυναίκες της Σμύρνης, constantinoupoli.com, 3/8/2017 https://web.archive.org/web/20250121045655/http://constantinoupoli.com/%CF%84%CE%BF-%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%84%CF%8E%CE%BD-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B9%CF%82-%CE%B3/)

Ετυμολογία

έμπιστος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἔμπιστος < αρχαία ελληνική ἐν + πιστός (έμ- + πίστ(η) + -ος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέμπιστοςέμπιστηέμπιστο
Γενικήέμπιστουέμπιστηςέμπιστου
Αιτιατικήέμπιστοέμπιστηέμπιστο
Κλητικήέμπιστεέμπιστηέμπιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέμπιστοιέμπιστεςέμπιστα
Γενικήέμπιστωνέμπιστωνέμπιστων
Αιτιατικήέμπιστουςέμπιστεςέμπιστα
Κλητικήέμπιστοιέμπιστεςέμπιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →