Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έμφοβος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοο πολύ φοβισμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έμφοβος < ελληνιστική κοινή ἔμφοβος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέμφοβοςέμφοβηέμφοβο
Γενικήέμφοβουέμφοβηςέμφοβου
Αιτιατικήέμφοβοέμφοβηέμφοβο
Κλητικήέμφοβεέμφοβηέμφοβο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέμφοβοιέμφοβεςέμφοβα
Γενικήέμφοβωνέμφοβωνέμφοβων
Αιτιατικήέμφοβουςέμφοβεςέμφοβα
Κλητικήέμφοβοιέμφοβεςέμφοβα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →