έμφραγμα
•
- καρδιολογίανέκρωση ιστού εξαιτίας απόφραξης αρτηρίας από θρόμβωση ή εμβολή Βικιλεξικό
- ο πόνος που γέμισε το στήθος του ήταν εντονότερος κι απ' αυτόν του εμφράγματος. (Γιώργος Γλυκοφρύδης, Ο επιβατης, εκδ. Νεφέλη, 2006, σελ. 20)
- ιατρικήουσία με την οποία γεμίζεται η τρύπα ενός δοντιού που έχει τερηδόνα Βικιλεξικό
- οτιδήποτε χρησιμεύει για φράξιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έμφραγμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔμφραγμα < ἐμφράσσω < ἐν + φράσσω (έμ- + φράγμα, φράζω) : για την ιατρική, «εμβολή» < σημασιολογικό δάνειο από τη νεολατινική infarctus
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έμφραγμα | εμφράγματα |
| Γενική | εμφράγματος | εμφραγμάτων |
| Αιτιατική | έμφραγμα | εμφράγματα |
| Κλητική | έμφραγμα | εμφράγματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →