Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έμφραγμα

/ˈeɱ.fɾaɣ.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. καρδιολογίανέκρωση ιστού εξαιτίας απόφραξης αρτηρίας από θρόμβωση ή εμβολή Βικιλεξικό
    • ο πόνος που γέμισε το στήθος του ήταν εντονότερος κι απ' αυτόν του εμφράγματος. (Γιώργος Γλυκοφρύδης, Ο επιβατης, εκδ. Νεφέλη, 2006, σελ. 20)
  2. ιατρικήουσία με την οποία γεμίζεται η τρύπα ενός δοντιού που έχει τερηδόνα Βικιλεξικό
  3. οτιδήποτε χρησιμεύει για φράξιμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έμφραγμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔμφραγμα < ἐμφράσσω < ἐν + φράσσω (έμ- + φράγμα, φράζω) : για την ιατρική, «εμβολή» < σημασιολογικό δάνειο από τη νεολατινική infarctus

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήέμφραγμαεμφράγματα
Γενικήεμφράγματοςεμφραγμάτων
Αιτιατικήέμφραγμαεμφράγματα
Κλητικήέμφραγμαεμφράγματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →