Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έναρθρος

/ˈe.naɾ.θɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για λόγοπου παράγεται με την άρθρωση, καθαρή σύναψη και εκφώνηση φθόγγων· που τον αποτελούν συλλαβές και λέξεις με σημασία και νόημα Βικιλεξικό
    • Ο έναρθρος λόγος είναι η ομιλία του ανθρώπου, ενώ κατ' αντιδιαστολή ο ενδιάθετος λόγος διαμορφώνεται στην ψυχή και τη νόηση.
  2. για μηχανισμόπου έχει αρθρώσεις ή αρθρώματα για συναρμογή των μελών του Βικιλεξικό
  3. γραμματικήπου εκφέρεται μαζί με το αντίστοιχο, συνήθως οριστικό, άρθρο Βικιλεξικό
    • Η λέξη «μάλιστα» όταν είναι έναρθρη, ήτοι «τα μάλιστα» σημαίνει το πάρα πολύ.
    • ≤ συνυπώνυμα: εμπρόθετος

Ετυμολογία

έναρθρος < ελληνιστική κοινή ἔναρθρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέναρθροςέναρθρηέναρθρο
Γενικήέναρθρουέναρθρηςέναρθρου
Αιτιατικήέναρθροέναρθρηέναρθρο
Κλητικήέναρθρεέναρθρηέναρθρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέναρθροιέναρθρεςέναρθρα
Γενικήέναρθρωνέναρθρωνέναρθρων
Αιτιατικήέναρθρουςέναρθρεςέναρθρα
Κλητικήέναρθροιέναρθρεςέναρθρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →