έναρθρος
•
- για λόγοπου παράγεται με την άρθρωση, καθαρή σύναψη και εκφώνηση φθόγγων· που τον αποτελούν συλλαβές και λέξεις με σημασία και νόημα Βικιλεξικό
- Ο έναρθρος λόγος είναι η ομιλία του ανθρώπου, ενώ κατ' αντιδιαστολή ο ενδιάθετος λόγος διαμορφώνεται στην ψυχή και τη νόηση.
- για μηχανισμόπου έχει αρθρώσεις ή αρθρώματα για συναρμογή των μελών του Βικιλεξικό
- γραμματικήπου εκφέρεται μαζί με το αντίστοιχο, συνήθως οριστικό, άρθρο Βικιλεξικό
- Η λέξη «μάλιστα» όταν είναι έναρθρη, ήτοι «τα μάλιστα» σημαίνει το πάρα πολύ.
- ≤ συνυπώνυμα: εμπρόθετος
Ετυμολογία
έναρθρος < ελληνιστική κοινή ἔναρθρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έναρθρος | έναρθρη | έναρθρο |
| Γενική | έναρθρου | έναρθρης | έναρθρου |
| Αιτιατική | έναρθρο | έναρθρη | έναρθρο |
| Κλητική | έναρθρε | έναρθρη | έναρθρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έναρθροι | έναρθρες | έναρθρα |
| Γενική | έναρθρων | έναρθρων | έναρθρων |
| Αιτιατική | έναρθρους | έναρθρες | έναρθρα |
| Κλητική | έναρθροι | έναρθρες | έναρθρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →