έναυση
•
- λόγιοη πρόκληση έναρξης μιας διαδικασίας, ιδίως ανάφλεξης, καύσης ή έκρηξης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έναυση < ελληνιστική κοινή ἔναυσις < αρχαία ελληνική ἐναύω < ἐν + αὔω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική allumage)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έναυση | εναύσεις |
| Γενική | έναυσης | εναύσεων |
| Αιτιατική | έναυση | εναύσεις |
| Κλητική | έναυση | εναύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →