ένδειξη
•
- οτιδήποτε δείχνει κάτι Βικιλεξικό
- Η είδηση έγινε δεκτή στην Καταλονία με πολλούς πολίτες να χτυπούν κατσαρόλες σε ένδειξη διαμαρτυρίας. (*)
- ό,τι μάς κάνει να πιθανολογήσουμε την εξέλιξη ή την έκβαση μιας υπόθεσης, φαινομένου κ.λπ. Βικιλεξικό
- χαρακτηριστική σήμανση σε όργανο, συσκευή κ.λπ. που ρυθμίζει τη λειτουργία του, μας πληροφορεί γι’ αυτή ή μας δίνει διάφορες πληροφορίες Βικιλεξικό
- η μέτρηση που μας δίνει κάποιο όργανο, συσκευή κ.λπ. Βικιλεξικό
- ιατρικήοτιδήποτε μας δείχνει ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα ή ασθένεια και πρέπει ν ακολουθηθεί η σχετική θεραπεία ή αγωγή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ένδειξη < αρχαία ελληνική ἔνδειξις < ἐνδείκνυμι < ἐν + δείκνυμι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ένδειξη | ενδείξεις |
| Γενική | ένδειξης | ενδείξεων |
| Αιτιατική | ένδειξη | ενδείξεις |
| Κλητική | ένδειξη | ενδείξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →