Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ένδικος

/ˈen.ði.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. νομικός όροςπου προβλέπεται από τη δικονομία ή σχετίζεται μ’ αυτήν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ένδικος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔνδικος (αναφερόμενος σε δικαστήριο) < αρχαία ελληνική σημασία: νόμιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήένδικοςένδικηένδικο
Γενικήένδικουένδικηςένδικου
Αιτιατικήένδικοένδικηένδικο
Κλητικήένδικεένδικηένδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήένδικοιένδικεςένδικα
Γενικήένδικωνένδικωνένδικων
Αιτιατικήένδικουςένδικεςένδικα
Κλητικήένδικοιένδικεςένδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →