ένδικος
•
- νομικός όροςπου προβλέπεται από τη δικονομία ή σχετίζεται μ’ αυτήν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ένδικος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔνδικος (αναφερόμενος σε δικαστήριο) < αρχαία ελληνική σημασία: νόμιμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ένδικος | ένδικη | ένδικο |
| Γενική | ένδικου | ένδικης | ένδικου |
| Αιτιατική | ένδικο | ένδικη | ένδικο |
| Κλητική | ένδικε | ένδικη | ένδικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ένδικοι | ένδικες | ένδικα |
| Γενική | ένδικων | ένδικων | ένδικων |
| Αιτιατική | ένδικους | ένδικες | ένδικα |
| Κλητική | ένδικοι | ένδικες | ένδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →