ένεκα
•
- για, εξαιτίας, λόγω Βικιλεξικό
- Η παραγωγή σίτου ήταν μειωμένη ένεκα του ψύχους.
- Τα στάρια δεν πήγαν καλά φέτος, ένεκα το ψύχος, βλέπεις...
Ετυμολογία
ένεκα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἕνεκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →