ένεμα
•
- ιατρικήκλύσμα, υποκλυσμός Βικιλεξικό
- αρχιτεκτονικήμείγμα ουσιών που σε ρευστή μορφή εισάγεται σε προβληματική τοιχοποιία για ενίσχυση Βικιλεξικό
- Η τοιχοποιία του κελύφους του ασκηταριού παρουσιάζει μειωμένη συνοχή και αντοχή και χρήζει άμεσης επέμβασης. Για την αντιμετώπιση των όποιων δομικών και οικοδομικών προβλημάτων της φέρουσας τοιχοποιίας του μνημείου προτείνεται η διατήρηση, στερέωση και ενίσχυσή της με καθαρισμούς, αρμολογήματα και ενέματα. (Δήμητρα Βλαχάβα, Σοφία Φαραζούμη, «Ασκηταριό Αγίου Νικολάου στον Γάβρο Χασίων. Πρόταση αποκατάστασης», Τρικαλινά, 38 (2018) 244)
Ετυμολογία
ένεμα < ελληνιστική κοινή ἔνεμα < αρχαία ελληνική ἐνίημι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ένεμα | ενέματα |
| Γενική | ενέματος | ενεμάτων |
| Αιτιατική | ένεμα | ενέματα |
| Κλητική | ένεμα | ενέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →