ένθεος
•
- που παρουσιάζεται σα να έχει μέσα του τον θεό Βικιλεξικό
- που εμψυχώνεται από θεϊκή δύναμη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ένθεος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔνθεος < ἐν + θε(ός) + -ος
Άλλοι τύποι
ένθεα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →