ένθεση
•
- η τοποθέτηση μέσα ή επάνω σε κάτι Βικιλεξικό
- ένθεση εργαλείων στις θήκες τους
- αρχιτεκτονικήενδόμηση, εντοίχιση Βικιλεξικό
- λογοτεχνίαεγκιβωτισμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ένθεση < αρχαία ελληνική ἔνθεσις < ἐντίθημι < τίθημι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰédʰeh₁- < *dʰeh₁-. Συγχρονικά αναλύεται σε έν- + θέση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ένθεση | ενθέσεις |
| Γενική | ένθεσης | ενθέσεων |
| Αιτιατική | ένθεση | ενθέσεις |
| Κλητική | ένθεση | ενθέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →