Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ένθεση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η τοποθέτηση μέσα ή επάνω σε κάτι Βικιλεξικό
    • ένθεση εργαλείων στις θήκες τους
  2. αρχιτεκτονικήενδόμηση, εντοίχιση Βικιλεξικό
  3. λογοτεχνίαεγκιβωτισμός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ένθεση < αρχαία ελληνική ἔνθεσις < ἐντίθημι < τίθημι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰédʰeh₁- < *dʰeh₁-. Συγχρονικά αναλύεται σε έν- + θέση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήένθεσηενθέσεις
Γενικήένθεσηςενθέσεων
Αιτιατικήένθεσηενθέσεις
Κλητικήένθεσηενθέσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →