Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ένθρονος

/ˈen.θɾo.nos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κάθεται σε θρόνο Βικιλεξικό
    • Η εικόνα του ένθρονου Χριστού που κλάπηκε από το μοναστήρι του Αντιφωνητή στην κατεχόμενη Καλογραία της Κερύνειας, μετά από προσπάθειες 24 χρόνων, παραδόθηκε χθες από τον υπουργό Μεταφορών, …, και τη διευθύντρια του Τμήματος Αρχαιοτήτων, …, στην Αρχιεπισκοπή.

Ετυμολογία

ένθρονος < ελληνιστική κοινή ἔνθρονος. Μορφολογικά αναλύεται σε εν- + θρόνος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήένθρονοςένθρονηένθρονο
Γενικήένθρονουένθρονηςένθρονου
Αιτιατικήένθρονοένθρονηένθρονο
Κλητικήένθρονεένθρονηένθρονο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήένθρονοιένθρονεςένθρονα
Γενικήένθρονωνένθρονωνένθρονων
Αιτιατικήένθρονουςένθρονεςένθρονα
Κλητικήένθρονοιένθρονεςένθρονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →