έννοια
•
- κατ’ επέκτασηαφηρημένη ιδέα, νοητό κατασκεύασμα ή σύνθεση, μονάδα γνώσης που αντιπροσωπεύει στον νου ένα αντικείμενο ή ένα σύνολο αντικειμένων που έχουν κοινές ιδιότητες Βικιλεξικό
- η έννοια της δύναμης στις θετικές επιστήμες είναι δυσνόητη και διαφορετική από αυτή με την οποία χρησιμοποιείται συχνά η λέξη στον καθημερινό λόγο
- σημασία ή ορισμός λέξης, έκφρασης, ιδέας κλπ. Βικιλεξικό
- ποια είναι η έννοια της λέξης «συμμερίζομαι»;
- συνηρημένη μορφή του έγνοια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έννοια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔννοια (< ἐν (έν-) + νοῦς)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έννοια | έννοιες |
| Γενική | έννοιας | εννοιών |
| Αιτιατική | έννοια | έννοιες |
| Κλητική | έννοια | έννοιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →