Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έννους

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςνοήμων, νουνεχής, συνετός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έννους < αρχαία ελληνική ἔννοος / ἔννους

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέννουςέννουςέννουν
Γενικήέννου—έννου
Αιτιατικήέννου—έννουν
Κλητικήέννους—έννουν

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέννοες—έννοα
Γενικήεννόων—εννόων
Αιτιατικήέννοες—έννοα
Κλητικήέννοες—έννοα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →