Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ένοικος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που ζει μέσα σε ένα σπίτι, που κατοικεί σε αυτό, είτε το ακίνητο αποτελεί ιδιοκτησία του είτε όχι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ένοικος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔνοικος (που κατοικεί σε έναν τόπο) < ἐν + οἶκος. Συγχρονικά αναλύεται σε έν- + οίκος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήένοικοςένοικοι
Γενικήένοικου / ενοίκουενοίκων
Αιτιατικήένοικοένοικους / ενοίκους
Κλητικήένοικεένοικοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →