ένορκος
•
- νομικός όροςο πολίτης που αποτελεί μέλος ενός σώματος που καλείται να δικάσει μια ποινική υπόθεση Βικιλεξικό
- Στην Ελλάδα οι ένορκοι δικάζουν μαζί με τους τακτικούς δικαστές, ενώ σε άλλες χώρες το σώμα των ενόρκων αποφασίζει μόνο του χωρίς την παρουσία άλλων στις συνεδριάσεις του.
Ετυμολογία
ένορκος < αρχαία ελληνική ἔνορκος. Συγχρονικά αναλύεται σε έν- + όρκ(ος) + -ος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ένορκος / ένορκη / ένορκος / ένορκο | ένορκοι / ένορκες / ένορκοι / ένορκα |
| Γενική | ένορκου / ενόρκου / ένορκης / ένορκου / ένορκου | ενόρκων / ένορκων / ένορκων / ένορκων |
| Αιτιατική | ένορκο / ένορκη / ένορκο / ένορκο | ενόρκους / ένορκες / ένορκους / ένορκα |
| Κλητική | ένορκε / ένορκη / ένορκε / ένορκο | ένορκοι / ένορκες / ένορκοι / ένορκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →