ένσημο
•
- ειδικό κομμάτι χαρτιού, σαν γραμματόσημο, που δίνονταν παλιότερα από το κράτος ή άλλο ασφαλιστικό οργανισμό σαν αποδεικτικό ότι έχουν πληρωθεί ασφαλιστικές εισφορές Βικιλεξικό
- τα βιβλιάρια ενσήμων έχουν πια καταργηθεί αλλά μπορεί να χρειαστούν σαν αποδεικτικά
- κατ’ επέκτασηο αριθμός των ημερών ή το ποσό που αφορά το παραπάνω αποδεικτικό Βικιλεξικό
- (ειδικότερα) ο αριθμός των ημερών που είναι συντάξιμες
Ετυμολογία
ένσημο < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἔνσημον (νόμισμα με σφραγίδα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ένσημο | ένσημα |
| Γενική | ένσημου / ενσήμου | ενσήμων |
| Αιτιατική | ένσημο | ένσημα |
| Κλητική | ένσημο | ένσημα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →