Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ένσημο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ειδικό κομμάτι χαρτιού, σαν γραμματόσημο, που δίνονταν παλιότερα από το κράτος ή άλλο ασφαλιστικό οργανισμό σαν αποδεικτικό ότι έχουν πληρωθεί ασφαλιστικές εισφορές Βικιλεξικό
    • τα βιβλιάρια ενσήμων έχουν πια καταργηθεί αλλά μπορεί να χρειαστούν σαν αποδεικτικά
  2. κατ’ επέκτασηο αριθμός των ημερών ή το ποσό που αφορά το παραπάνω αποδεικτικό Βικιλεξικό
    • (ειδικότερα) ο αριθμός των ημερών που είναι συντάξιμες

Ετυμολογία

ένσημο < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἔνσημον (νόμισμα με σφραγίδα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήένσημοένσημα
Γενικήένσημου / ενσήμουενσήμων
Αιτιατικήένσημοένσημα
Κλητικήένσημοένσημα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →