Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ένστολος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ειδικότεραπου υπηρετεί στο στρατό ή τα σώματα ασφαλείας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ένστολος < εν + στολή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήένστολη / ένστολος / ένστολοένστολες / ένστολοι / ένστολα
Γενικήένστολης / ένστολου / ένστολουένστολων / ένστολων / ένστολων
Αιτιατικήένστολη / ένστολο / ένστολοένστολες / ένστολους / ένστολα
Κλητικήένστολη / ένστολε / ένστολοένστολες / ένστολοι / ένστολα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ένστολος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που φοράει στολή, επίσημη ομοιόμορφη ενδυμασία που φοριέται από τα μέλη μιας ομάδας κατά τις ώρες εργασίας τους Βικιλεξικό
    • Η οργή ξεχειλίζει –το νέο σύμβολο των διαδηλωτών δεν είναι τα δεντράκια του πάρκου Γκεζί, αλλά μια ταπεινή φρατζόλα ψωμί, σαν αυτή που κρατούσε καθ’ οδόν προς το σπίτι του το 15χρονο παιδί, όταν χτυπήθηκε στο κεφάλι από το μεταλλικό κάνιστρο δακρυγόνου που εκτόξευσε εναντίον του ο ένστολος δολοφόνος του.

Ετυμολογία

ένστολος < εν + στολή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήένστολοςένστοληένστολο
Γενικήένστολουένστοληςένστολου
Αιτιατικήένστολοένστοληένστολο
Κλητικήένστολεένστοληένστολο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήένστολοιένστολεςένστολα
Γενικήένστολωνένστολωνένστολων
Αιτιατικήένστολουςένστολεςένστολα
Κλητικήένστολοιένστολεςένστολα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →