ένταλμα
•
- επίσημη εντολή, με την οποία διατάζεται η εκτέλεση κάποιας πράξης Βικιλεξικό
- Και μέχρι βεβαίως να κριθεί από τους Γερμανούς αν οι ελληνικές αιτιάσεις έχουν έδαφος στο γερμανικό δίκαιο, το περιβόητο ένταλμα σύλληψης θα παραμένει ανεκτέλεστο. (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 28/5/2009)
- Με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στη βεβαίωση εσόδων, στην ανάληψη υποχρεώσεων, στην έκδοση χρηματικών ενταλμάτων, στην ευθύνη και στον καταλογισμό σε βάρος των προσώπων που τα εκδίδουν και τα προσυπογράφουν, στη διαδικασία και το περιεχόμενο του ελέγχου των χρηματικών ενταλμάτων, στη χρηματική διαχείριση της ταμειακής υπηρεσίας, στη λογοδοσία των υπαλλήλων που ασκούν καθήκοντα ταμία (Νόμος 3852/2010, Άρθρο 268)
- θρησκείαενταλτήριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ένταλμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔνταλμα < αρχαία ελληνική ἐντέλλω < ἐν + τέλλω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ένταλμα | εντάλματα |
| Γενική | εντάλματος | ενταλμάτων |
| Αιτιατική | ένταλμα | εντάλματα |
| Κλητική | ένταλμα | εντάλματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →