Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ένταξη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εντάσσω Βικιλεξικό
    • Τα εξελληνισμένα προσωπωνύμια και τοπωνύμια κύριο γνώρισμα έχουν την ένταξή τους στο ελληνικό κλιτικό σύστημα: η Καπύη, της Καπύης· οι Αββασίδες, των Αββασιδών· το Κίελο, του Κιέλου· η Κολωνία, της Κολωνίας. (∆. Ν. Μαρωνίτης, Το Εγκόλπιο της ορθής γραφής, περιοδικό Ταχυδρόµος 1998 https://eclass.uoa.gr/modules/document/file.php/MEDIA189/%CE%9C%CE%B1%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82%2C%20%CE%A4%CE%BF%20%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CF%80%CE%B9%CE%BF%20%CF%84%CE%B7%CF%82%20%CE%BF%CF%81%CE%B8%CE%AE%CF%82%20%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE%CF%82.pdf)

Ετυμολογία

ένταξη < ελληνιστική κοινή ἔνταξις < αρχαία ελληνική ἐντάσσω < ἐν + τάσσω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήένταξηεντάξεις
Γενικήένταξηςεντάξεων
Αιτιατικήένταξηεντάξεις
Κλητικήένταξηεντάξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →