έντερ
•
- πληροφορικήπλήκτρο του πληκτρολογίου που χρησιμοποιείται κυρίως για την επιβεβαίωση ή εκτέλεση εντολής και για τη μεταφορά του δρομέα σε νέα γραμμή κειμένου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έντερ < αγγλική enter < λατινική intro < intra
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →