Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έντυπος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κάποιος που είναι τυπωμένος στο χαρτί Βικιλεξικό
  2. για κείμενο ή λέξη γραμμένη στην έντυπη νορβηγική - τα έντυπα νορβηγικά - τα bokmål Βικιλεξικό
    • είναι διάλεκτος των βιβλίων δηλαδή περιορισμένης-σαφούς χρήσης λόγια διάλεκτος, όχι ομιλητική διάλεκτος

Ετυμολογία

έντυπος < εν- + τύπος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέντυποςέντυπηέντυπο
Γενικήέντυπουέντυπηςέντυπου
Αιτιατικήέντυποέντυπηέντυπο
Κλητικήέντυπεέντυπηέντυπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέντυποιέντυπεςέντυπα
Γενικήέντυπωνέντυπωνέντυπων
Αιτιατικήέντυπουςέντυπεςέντυπα
Κλητικήέντυποιέντυπεςέντυπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →