έντυπος
•
- κάποιος που είναι τυπωμένος στο χαρτί Βικιλεξικό
- για κείμενο ή λέξη γραμμένη στην έντυπη νορβηγική - τα έντυπα νορβηγικά - τα bokmål Βικιλεξικό
- είναι διάλεκτος των βιβλίων δηλαδή περιορισμένης-σαφούς χρήσης λόγια διάλεκτος, όχι ομιλητική διάλεκτος
Ετυμολογία
έντυπος < εν- + τύπος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έντυπος | έντυπη | έντυπο |
| Γενική | έντυπου | έντυπης | έντυπου |
| Αιτιατική | έντυπο | έντυπη | έντυπο |
| Κλητική | έντυπε | έντυπη | έντυπο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έντυποι | έντυπες | έντυπα |
| Γενική | έντυπων | έντυπων | έντυπων |
| Αιτιατική | έντυπους | έντυπες | έντυπα |
| Κλητική | έντυποι | έντυπες | έντυπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →