έξαρχος
•
- αξίωμααξιωματούχος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που έχει οριστεί ως διοικητής ενός εξαρχάτου Βικιλεξικό
- αξίωματίτλος που απονέμεται σε δεσπότη, που του έχουν δοθεί κάποιες εξουσίες σε ορισμένη περιοχή Βικιλεξικό
- αξίωματίτλος που απονέμεται σε κληρικό, που του έχει ανατεθεί συγκεκριμένη αποστολή σε κάποια περιοχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έξαρχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔξαρχος (αρχηγός χορού, ελληνιστική σημασία: διοικητής, ανώτατος ιερέας) < ἐξ + ἄρχω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έξαρχος | έξαρχοι |
| Γενική | έξαρχου / εξάρχου | έξαρχων / εξάρχων |
| Αιτιατική | έξαρχο | έξαρχους / εξάρχους |
| Κλητική | έξαρχε | έξαρχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →