Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έξαρχος

/ˈe.ksaɾ.xos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αξίωμααξιωματούχος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που έχει οριστεί ως διοικητής ενός εξαρχάτου Βικιλεξικό
  2. αξίωματίτλος που απονέμεται σε δεσπότη, που του έχουν δοθεί κάποιες εξουσίες σε ορισμένη περιοχή Βικιλεξικό
  3. αξίωματίτλος που απονέμεται σε κληρικό, που του έχει ανατεθεί συγκεκριμένη αποστολή σε κάποια περιοχή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έξαρχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔξαρχος (αρχηγός χορού, ελληνιστική σημασία: διοικητής, ανώτατος ιερέας) < ἐξ + ἄρχω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήέξαρχοςέξαρχοι
Γενικήέξαρχου / εξάρχουέξαρχων / εξάρχων
Αιτιατικήέξαρχοέξαρχους / εξάρχους
Κλητικήέξαρχεέξαρχοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →