Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έξηχος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κακόηχος, παράφωνος Βικιλεξικό
  2. τρελός Βικιλεξικό
  3. απάδων Βικιλεξικό
  4. ανάρμοστος Βικιλεξικό
  5. άτοπος Βικιλεξικό
  6. στην ποντιακή διάλεκτο: αυτός που μαθαίνει εύκολα, ο ευμαθής, άτακτος, ζωηρός, ευκίνητος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έξηχος < ελληνιστική κοινή ἔξηχος < αρχαία ελληνική ἐξ + ἦχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέξηχοςέξηχηέξηχο
Γενικήέξηχουέξηχηςέξηχου
Αιτιατικήέξηχοέξηχηέξηχο
Κλητικήέξηχεέξηχηέξηχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέξηχοιέξηχεςέξηχα
Γενικήέξηχωνέξηχωνέξηχων
Αιτιατικήέξηχουςέξηχεςέξηχα
Κλητικήέξηχοιέξηχεςέξηχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →