έξηχος
•
- κακόηχος, παράφωνος Βικιλεξικό
- τρελός Βικιλεξικό
- απάδων Βικιλεξικό
- ανάρμοστος Βικιλεξικό
- άτοπος Βικιλεξικό
- στην ποντιακή διάλεκτο: αυτός που μαθαίνει εύκολα, ο ευμαθής, άτακτος, ζωηρός, ευκίνητος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έξηχος < ελληνιστική κοινή ἔξηχος < αρχαία ελληνική ἐξ + ἦχος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έξηχος | έξηχη | έξηχο |
| Γενική | έξηχου | έξηχης | έξηχου |
| Αιτιατική | έξηχο | έξηχη | έξηχο |
| Κλητική | έξηχε | έξηχη | έξηχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έξηχοι | έξηχες | έξηχα |
| Γενική | έξηχων | έξηχων | έξηχων |
| Αιτιατική | έξηχους | έξηχες | έξηχα |
| Κλητική | έξηχοι | έξηχες | έξηχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →