έξοδος
•
- το σημείο από όπου κάποιος εξέρχεται, βγαίνει από ένα χώρο Βικιλεξικό
- η ενέργεια με την οποία κάποιος φεύγει από ένα χώρο Βικιλεξικό
- η έξοδος του Μεσολογγίου
- η ενέργεια με την οποία κάποιος φεύγει από ένα χώρο Βικιλεξικό
- η μαζική έξοδος των Αθηναίων κάθε Σαββατοκύριακο
- πληροφορικήη χρονική στιγμή ή το στάδιο της λήψης ή αποστολής ή αποθήκευσης των αποτελεσμάτων μιας υπολογιστικής διαδικασίας Βικιλεξικό
- πληροφορικήτο σημείο επικοινωνίας ενός υπολογιστή με το εξωτερικό του περιβάλλον π.χ. με μία ή περισσότερες εξωτερικές συσκευές όπως μία οθόνη ή εκτυπωτή ή κάποιου είδους δίκτυο, από το οποίο μπορεί να στείλει δεδομένα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έξοδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔξοδος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έξοδος | έξοδοι |
| Γενική | εξόδου | εξόδων |
| Αιτιατική | έξοδο | εξόδους |
| Κλητική | έξοδε / έξοδο | έξοδοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →