έπαρμα
•
- καθετί που προεξέχει, ύψωμα Βικιλεξικό
- ανατομίαεξέχον μέρους του οστού ή εξόγκωση άλλου οργάνου του σώματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έπαρμα < αρχαία ελληνική ἔπαρμα < ἐπαίρω < ἐπί + αἴρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έπαρμα | επάρματα |
| Γενική | επάρματος | επαρμάτων |
| Αιτιατική | έπαρμα | επάρματα |
| Κλητική | έπαρμα | επάρματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →