Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἔπεα πτερόεντα

φράση
•
  1. επαναλαμβανόμενη έκφραση στον ⌘ Όμηρο όταν ετοιμάζεται κάποιος να μιλήσει λόγοι, λόγια Βικιλεξικό
    • Ἰλιάς στη Βικιθήκη Επαναλαμβάνεται: 1 (Α), στίχ. 201 (Χρειάζεται επεξεργασία)
    • Ὀδύσσεια στη Βικιθήκη Επαναλαμβάνεται: 1 (α), στίχ. 123, 2 (β), στίχ. 269, 2 (β), στίχ. 362, γ (3) --, 4 (δ), στίχ. 25, 4 (δ), στίχ. 77, 4 (δ), στίχ. 189, 4 (δ), στίχ. 550, 5 (ε), στίχ. 117, 5 (ε), στίχ. 172, ζ (6) --, 7 (η), στίχ. 236, 8 (θ), στίχ. 346, 8 (θ), στίχ. 407, 8 (θ), στίχ. 442, 8 (θ), στίχ. 460, 9 (ι), στίχ. 409, 10 (κ), στίχ. 265, 10 (κ), στίχ. 324, 10 (κ), στίχ. 377, 10 (κ), στίχ. 418, 10 (κ), στίχ. 430, 10 (κ), στίχ. 482, 11 (λ), στίχ. 56, 11 (λ), στίχ. 154, 11 (λ), στίχ. 209, 11 (λ), στίχ. 396, 11 (λ), στίχ. 472, 11 (λ), στίχ. 616, 12 (μ), στίχ. 296, 13 (ν), στίχ. 58, 13 (ν), στίχ. 165, 13 (ν), στίχ. 227, 13 (ν), στίχ. 253, 13 (ν), στίχ. 290, 14 (ξ), στίχ. 114, 15 (ο), στίχ. 208, 15 (ο), στίχ. 259, 16 (π), στίχ. 7, 16 (π), στίχ. 22, 16 (π), στίχ. 180, 17 (ρ), στίχ. 40,17 (ρ), στίχ. 344, 17 (ρ), στίχ. 396, 17 (ρ), στίχ. 459, 17 (ρ), στίχ. 543, 17 (ρ), στίχ. 552, 17 (ρ), στίχ. 551, 18 (σ), στίχ. 9, 18 (σ), στίχ. 104, 18 (σ), στίχ. 388, 19 (τ), στίχ. 3, 20 (υ), στίχ. 198, 21 (φ) --, 22 (χ), στίχ. 100, 22 (χ), στίχ. 150, 22 (χ), στίχ. 311, 22 (χ), στίχ. 343, 22 (χ), στίχ. 366, 22 (χ), στίχ. 410, 22 (χ), στίχ. 436, 23 (ψ), στίχ. 34, 23 (ψ), στίχ. 112, 24 (ω), στίχ. 370, 24 (ω), στίχ. 399, 24 (ω), στίχ. 494

Ετυμολογία

ἔπεα πτερόεντα (κυριολεκτικά) «φτερωτά λόγια», λόγια που πετούν → δείτε τις λέξεις ἔπος και πτερόεις ομηρικός λογότυπος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

έπεα πτερόεντα

φράση
•
  1. κυριολεκτικάλόγια που πετούν Βικιλεξικό
  2. για χαρακτηρισμό λόγων που δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία, αφού δεν έχουν καταγραφεί και έτσι είναι εύκολο ν΄ αμφισβητηθούν ή και να διαψευστούν ως λεχθέντα Βικιλεξικό
  3. για τη δύναμη της φήμης, την ταχύτητα διάδοσής της προς όλες τις κατευθύνσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έπεα πτερόεντα < αρχαία ελληνική ἔπεα πτερόεντα, «φτερωτά λόγια», ομηρική φράση → δείτε τις λέξεις ἔπος και πτερόεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →