Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έπειξη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήαίσθημα έντονης ανάγκης για ούρηση, αφόδευση ή άλλη σωματική λειτουργία, που δεν μπορεί εύκολα να αναβληθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έπειξη < ελληνιστική κοινή ἔπειξις < αρχαία ελληνική ἐπείγω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήέπειξηεπείξεις
Γενικήέπειξηςεπείξεων
Αιτιατικήέπειξηεπείξεις
Κλητικήέπειξηεπείξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →