έποψις
•
- ο τρόπος με τον οποίο φαίνεται κάτι Βικιλεξικό
- η πλευρά από την οποία εξετάζεται κάτι: "απ` αυτή την έποψη το πρόβλημα λύθηκε". Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έποψις < (άμεσο δάνειο) αρχαία ελληνική ἔποψις
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →