έπταθλο
•
- αθλητισμόςσύνθετο αγώνισμα του στίβου που αποτελείται από επτά επιμέρους αγωνίσματα, στα οποία η τελική κατάταξη προκύπτει από τη συνολική βαθμολογία των αθλητών ή αθλητριών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έπταθλο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική heptathlon < αρχαία ελληνική ἑπτά + ἆθλον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έπταθλο | έπταθλα |
| Γενική | έπταθλου / επτάθλου | έπταθλων / επτάθλων |
| Αιτιατική | έπταθλο | έπταθλα |
| Κλητική | έπταθλο | έπταθλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →