έρριζος
•
- βοτανικήπου έχει ρίζες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έρριζος < (εν-) έρ- + ρίζ(α) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έρριζος | έρριζη | έρριζο |
| Γενική | έρριζου | έρριζης | έρριζου |
| Αιτιατική | έρριζο | έρριζη | έρριζο |
| Κλητική | έρριζε | έρριζη | έρριζο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έρριζοι | έρριζες | έρριζα |
| Γενική | έρριζων | έρριζων | έρριζων |
| Αιτιατική | έρριζους | έρριζες | έρριζα |
| Κλητική | έρριζοι | έρριζες | έρριζα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →