έρρωσο
•
- αρχαιοπρεπέςνα είσαι υγιής / δυνατός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έρρωσο < αρχαία ελληνική ἔρρωσο < β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής μεσοπαθητικού παρακειμένου (ἔρρωμαι) του ῥώννυμι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →