έρχομαι εις γάμου κοινωνίαν
•
- για γυναίκαπαντρεύομαι, υπανδρεύομαι Βικιλεξικό
- 1862-1931 ⌘ Κωνσταντῖνος Ῥάδος, Γεώργιος Καραϊσκάκης
- για άνδρανυμφεύομαι, παίρνω γυναίκα ως νύ(μ)φη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έρχομαι εις γάμου κοινωνίαν < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φράση «πρὸς γάμου κοινωνίαν», μαρτυρείται τουλάχιστον από τον 2ο αιώνα μ.Χ. στον Αθήναιο Ναυκρατίτη «αὐτὴν ἐξέδωκε πρὸς γάμου κοινωνίαν ὁ Πεισίστρατος Ἱππάρχῳ τῷ υἱῷ» (ο Πεισίστρατος την πάντρεψε στον γιο του τον Ιππάρχο) Δειπνοσοφισταί, ιγ΄, 89.
Άλλοι τύποι
έρχομαιγάμουειςκοινωνίαν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →