έρχομαι στα λόγια
•
- με κάποιοντσακώνομαι (με κάποιον) Βικιλεξικό
- κάποιουλέγεται από τον συνομιλητή μου για να μου δείξει ότι εκφράζω την ίδια γνώμη με αυτόν, ότι συμφωνούν οι απόψεις μας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έρχομαι στα λόγια < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →