έρχομαι στα χέρια
•
- συμπλέκομαι, πιάνομαι στα χέρια, σπρώχνω ή και παίζω ξύλο, γρονθοκοπώ, παλεύω, δίνω σωματική μάχη με κάποιον ή κάποιους άλλους είτε στα σοβαρά, είτε (στα παιδιά κυρίως) για παιχνίδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →