έτερον ήμισυ
•
- ένας από τους δυο συζύγους Βικιλεξικό
- ο/η ερωτικός/ερωτική σύντροφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έτερον ήμισυ < ἕτερον ἥμισυ < ἕτερος + ἥμισυς → δείτε τις λέξεις έτερος και ήμισυ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →