έτερος Καππαδόκης
•
- ειρωνικόκάποιος που σιγοντάρει ένα ομοϊδεάτη ή συμπατριώτη του Βικιλεξικό
- ο δεύτερος, ο άλλος, από δυο ανθρώπους με κάποιο παρόμοιο χαρακτηριστικό Βικιλεξικό
- ΄..άντλησα τα ονόματα δυο κολλητών του ... Ο πρώτος, ο Χρήστος, ήταν οικοδόμος.....Ο έτερος Καππαδόκης ήταν ένας άλλος καλλιτέχνης του δρόμου, ο Μάκης (Βασίλης Δανέλλης, Μαύρη μπίρα, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Ετυμολογία
έτερος Καππαδόκης < αρχαία ελληνική ἕτερος Καππαδόκης (φράση του Μ. Βασιλείου)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →