έτοιμα
•
- τα χρήματα που έχει κάποιος αποταμιευμένα σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή σε κάποιο άλλο μέρος και τα οποία ξοδεύει, αντί να ξοδέψει όσα βγάζει την περίοδο εκείνη από τη δουλειά του ή άλλους τρόπους Βικιλεξικό
- τρώει / ξοδεύει απ’ τα έτοιμα
Ετυμολογία
έτοιμα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου έτοιμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έτοιμα | έτοιμα |
| Γενική | — | έτοιμων |
| Αιτιατική | — | έτοιμα |
| Κλητική | — | έτοιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →