έχμαση
•
- ναυτικός όροςασφαλές δέσιμο (με έχμα) λέμβου σε πλοίο, της άγκυρας ή των φορτίων ενός πλοίου κ.λ.π. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έχμαση < έχμα + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έχμαση | εχμάσεις |
| Γενική | έχμασης | εχμάσεων |
| Αιτιατική | έχμαση | εχμάσεις |
| Κλητική | έχμαση | εχμάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →