έψηση
•
- αρχαιοπρεπέςτο ψήσιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έψηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἕψη(σις) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έψηση | εψήσεις |
| Γενική | έψησης | εψήσεων |
| Αιτιατική | έψηση | εψήσεις |
| Κλητική | έψηση | εψήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →